Τις νύχτες η νοσταλγία σαν ένα προαιώνιο ξυστρί
διώχνει από πάνω μου τη λάσπη της καθημερινότητας,
Γυρνάω πίσω στα βροχερά νεανικά μου βράδια,
Πατρίδα μου άλλαξες, δεν μπορώ να σε αναγνωρίσω πια,
αλλά ξέρω τι θα πεις.. ούτε εσύ αναγνωρίζεις εμένα..
«που είσαι νιότη που έλεγες πως θα γινόμουν άλλος;»,
αυτό φοβόμουν και αυτό έπαθα,
γυρνάω στους δρόμους της πόλης μου σαν χαμένος,
ξένος ανάμεσα σε ξένους,
άγνωστα πρόσωπα, αδιάφορα βεβηλώνουν τους παιχνιδότοπους μας,
και οι παλιοί μου φίλοι, αυτοί επιβιβάστηκαν στα χρόνια και έφυγαν
και τώρα πια απέμεινα μόνος με τη λησμονιά να παίζω εκείνο το ξεχασμένο παιχνίδι..
Ξέχασε με λοιπόν και εσύ σύντροφε,
δεν μου έμεινε τίποτα από την νεανική μου περιουσία..
τα όνειρα τα απαλλοτρίωσαν οι θλίψεις..
έσβησαν όλα…
…ή σχεδόν όλα…
μου απέμεινε μονάχα αυτή η ανίκητη δίψα να τα κερδίσω όλα,
να παίξω μια τελευταία παρτίδα με τον Διάβολο,
όλα η τίποτα,
και αυτή την φορά να τα κερδίσω όλα…